Βαρειά Μυασθένεια

Πρόκειται για μία αυτοάνοση χρόνια νόσο με κλινικές εκδηλώσεις  την εύκολη κόπωση (εύκολη κοπωσιμότητα) και την μυϊκή αδυναμία. Η μυϊκή αδυναμία επιδεινώνεται με την μυϊκή άσκηση και την αυξημένη θερμοκρασία και βελτιώνεται με την ανάπαυση. Έτσι τα συμπτώματα είναι ηπιότερα ή απόντα στις πρωινές ώρες και εμφανίζονται και επιδεινώνονται στην πορεία της ημέρας με μέγιστο την νύκτα.

Τα κινητικά ερεθίσματα  μεταδίδονται από τα νεύρα στους μύες μέσω της ειδικής σύνδεσης της, της νευρομυϊκής σύναψης και της απελευθέρωσης σ’ αυτή, της ακετυλχολίνης. Η ακετυλχολίνη συνδέεται στους ειδικούς υποδοχείς και αυτή η σύνδεση δημιουργεί τοπικές αλλαγές εκατέρωθεν της μυϊκής μεμβράνης που καταλήγουν στην μυϊκή συστολή. Όταν η ακετυλοχολίνη επιτελέσει το έργο της, διασπάται, με τη δράση του ενζύμου ακετυλοχολινεστεράση. Στην περίπτωση της βαρειάς μυασθένειας, τους υποδοχείς της ακετυλοχολίνης, τους καταλαμβάνουν παθολογικά αντισώματα εναντίον των συγκεκριμένων υποδοχέων και έτσι εμποδίζεται η δράση της ακετυλοχολίνης. Αυτό εκδηλώνεται με μυϊκή αδυναμία, που είναι πιο φανερή μετά την έντονη άσκηση.

Οι συνήθεις προσβαλλόμενοι μύες είναι οι κεντρομελικοί μύες των άκρων, οι αναπνευστικοί μύες και οι μύες που νευρώνονται από κρανιακά νεύρα. Τα συμπτώματα συνήθως, αρχίζουν (στο 50%) με προσβολή των οφθαλμικών μυών, βλεφαρόπτωση, διπλωπία και αδυναμία σύγκλεισης των βλεφάρων. Σε ένα 30% των πασχόντων, εμφανίζονται φαινόμενα μυϊκής αδυναμίας από τους προμηκικούς μύες με δυσκαταποσία, δυσαρθρία, χαμηλόφωνη ομιλία και τους λοιπούς κεντρομελικούς μύες. Σε κάποιες περιπτώσεις, η νόσος παραμένει μόνο στους οφθαλμικούς μύες (οφθαλμική μυασθένεια) ή γενικέυεται (γενικευμένη μυασθένεια).

Πρόκειται για σπάνια ασθένεια με επιπολασμό 5-15 ασθενείς/100.000 άτομα του γενικού πληθυσμού, με προτίμηση, όπως όλες οι αυτοάνοσες  παθήσεις, στις γυναίκες έναντι των ανδρών (2/1).

Η παρουσία των παθολογικών αντισωμάτων ενανίον των υποδοχέων της ακετυλοχολίνης είναι το χαρακτηριστικό της Βαρείας Μυασθένειας. Τα αντισώματα αυτά καταλαμβάνουν τις δραστικές θέσεις της ακετυλοχολίνης, με συνέπεια την αδυναμία της μεταβίβασης της νευρικής ώσης, προς τους μύες,  την μυϊκή αδυναμία και την εύκολη κόπωση.

Η αιτία της παραγωγής αυτών των αντισωμάτων δεν είναι γνωστή   αλλά φαίνεται ότι ο θύμος αδένας παίζει σημαντικό ρόλο. Ο θύμος αδένας ρυθμίζει την οργάνωση του ανοσολογικού συστήματος και στο 65% των πασχόντων υπάρχει υπερπλασία και στο 10% θύμωμα.
Σπανιότατες είναι οι οικογενείς περιπτώσεις της νόσου με σταθερό κληρονομικό τρόπο μετάδοσης που εκδηλώνεται σε μικρότερη ηλικία, χωρίς να διαφέρει από την σποραδική μορφή, στην συμπτωματολογία.

Η νεογνική μυασθένεια εμφανίζεται από 10-20% των νεογνών, από μυασθενικές μητέρες και τα νεογνά είναι υποτονικά με δυσκολίες του θηλασμού στους 3 πρώτους μήνες της ζωής τους και ακολουθεί σταδιακή πλήρης ύφεση των συμπτωμάτων.

Η διάγνωση της βαρείας μυασθένειας βασίζεται στις κλινικές δοκιμασίες – δοκιμασίες κόπωσης που αναδεικνύουν την γρήγορη εξάντληση των μυών. Ζητούμε από τον ασθενή να εκτελέσει μία έντονη μυϊκή άσκηση και παρατηρούμε την εύκολη κόπωσημε π.χ. την σταδιακή ελάττωση της στην  ένταση της φωνής, την πτώση των βλεφάρων και την διπλωπία. Η δοκιμασία του πάγου πάνω στις στους οφθαλμούς προκαλεί ύφεση των οφθαλμικών συμπτωμάτων .

Την κλινική εξέταση ακολουθούν φαρμακευτικές δοκιμασίες με αντιχολινεστερασικά φάρμακα (χλωριούχο εδροφρώνιο, ενδοφλεβίως ή νεοστιγμίνη , ενδομυϊκά) που αδρανοποιούν την ακετυλοχολινεστεράση, διατηρείται  για περισσότερο χρόνο η ακετυλοχολίνη και βελτιώνεται η μυϊκή αδυναμία, βάσει ειδικού προτοκόλλου.

Νευροφυσιολογικά, η διάγνωση βασίζεται:
α) στη δοκιμασία των επαναλαμβανόμενων ερεθισμάτων (test Desmedt) κατά την οποία εφαρμόζονται, σε ένα κινητικό νεύρο, συνήθως, 10 ερεθισμάτα και καταγράφονται από τον ανάλογο μυ, οι 10 κινητικές απαντήσεις. Στη βαρειά μυασθένεια παρατηρείται ελάττωση, από 10-80% του δυναμικού της 4ης απάντησης ενώ στους φυσιολογικούς μύες η ελάττωση είναι μικρότερη από 8%.
β) στο ΗΜΓραφημα της μονήρους μυϊκής ίνας (single fibre EMGraphy) όπου με μία πολύ λεπτή ειδική βελόνα μελετώντας ταυτόχρονα 2 μυϊκές ίνες της ίδιας κινητικής μονάδας και οποιαδήποτε τυχόν χρονική διαφορά των δύο δυνάμικών είναι παθολογική.
Η ταυτοποίηση της διάγνωσης γίνεται με την ανίχνευση των αντισωμάτων έναντι του υποδοχέα της ακετυλοχολίνης στο αίμα και συγκεκριμένα ανιχνεύοντας
α) τα δεσμευτικά αντισώματα του υποδοχέα της ακετυλοχολίνης που ανιχνεύονται σε παθολογικές τιμές στο 85% των πασχόντων (οροθετικοί) και στο υπόλοιπο 15%, οι πάσχοντες χαρακτηρίζονται ως οροαρνητικοί,  και
β) αντισώματα έναντι της πρωτείνης musk (κινάση της τυροσίνης) της σύναψης που ανιχνεύεται σε παθολογικές συγκεντρώσεις στο 40-70% των οροαρνητικών πασχόντων που έχουν συνήθως βαρύτερη μορφή και ανταποκρίνονται  λιγότερο στην φαρμακευτική αγωγή και στην θυμεκτομή.

Ο διαγνωστικός έλεγχος ολοκληρώνεται με αξονική τομογραφία μεσοθωρακίου. Για πιθανή υπερπλασία του θύμου αδένα ή θύμωμα.

Στις εκδηλώσεις της νόσου είναι και οι μυασθενικές κρίσεις με σοβαρού βαθμού γενικευμένη μυϊκή αδυναμία, μία κατάσταση απειλητική για τη ζωή του πάσχοντος. Το πιο επικύνδινο είναι η έκπτωση της αναπνευστικής λειτουργίας, από την κόπωση των αναπνευστικών μυών, κατάσταση που χρειάζεται μηχανική υποστήριξη της αναπνοής σε ΜΕΘ. Η οξεία αυτή επιδείνωση με την επιπρόσθεση κάποιου στρεσσογόνου παράγοντα όπως οι λοιμώξεις, οι χειρουργικές επεμβάσεις και η ανεπαρκής θεραπευτική αγωγή ή κάποια άλλα φάρμακα που αποκλείουν την νευρομυική σύναψη ή δρουν κατασταλτικά στο κέντρο της αναπνοής (πνευμονοταξικό, προμήκης) όπως κινίνη, κινιδίνη, προκαϊναμίδη, προπανολόλη, λιδοκαΐνη, αμινογλυκοσίδες, πολυμυξίνη, νεομυκίνη, κολιστίνη, μορφίνη, βαρβιτουρικά και άλλα ηρεμιστικά.

Επίσης επικίνδυνη κατάσταση είναι η χολινεργική κρίση, από υπερβολική λήψη χολινεργικών φαρμάκων, με εκδηλώσεις υπεριδρωσία, γαστρεντερικά συμπτώματα (σιελόρροια, διάρροια), καρδιαγγειακά συμπτώματα (βραδυνοκαρδία, υπόταση) και τελικά γενικευμένη μυϊκή αδυναμία.

Ανάλογα με τη βαρύτητα και την οξύτητα της κλινικής εικόνας χρησιμοποιούνται τα εξής:

α) Αντιχολινεστερασικά φάρμακα που αναστέλλουν το εξουδερωτικό ένζυμο της ακετυλοχολίνης, την ακετυλοχολινεστεράση. Τέτοιο φάρμακο είναι η πυριδοστιγμίνη (Mestinon),  με πολλαπλές ημερήσιες χορηγήσεις από του στόματος. Οι μεγάλες δόσεις, με περισσότερα από 5-6 δισκία/ημέρα, έχουν τον κίνδυνο της ιατρογενούς χολινεργικής κρίσης. Αντιχολινεστεραστικά φάρμακα υπάρχουν και ενέσιμα όπως η νεοστιγμίνη, που χρησιμοποιείται στην πιο οξεία επιδείνωση των μυασθενικών συμπτωμάτων (μυασθενική κρίση).

β) Ανοσοκατασταλτικά και κυρίως τα κορτικοστεροειδή και η πρεδνιζολόνη (Prezolon), σε εξατομικευμένη δόση, ανάλογη της βαρύτητας και της μορφής της νόσου. Χορηγούνται σε καθημερινή βάση μέχρι να παρατηρηθεί ύφεση των συμπτωμάτων και στη συνέχεια επιχειρείται η σταδιακή ελάττωση μέχρι την διακοπή. Σε περίπτωση υποτροπής γίινεται επαναχορήγηση. Τα υπόλοιπα ανοσοκατασταλτικά, αζαθειοπρίνη, mycophenolate (cellept), κυκλοσπορίνη, κυκλοφωσφαμίδη χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει αναποτελεσματικότητα στην κορτιζόνη.

γ) Η πλασμαφαίρεση γίνεται κατά την μυασθενική κρίση, με σκοπό να αποφευχθούν οι επιπλοκές και το ενδεχόμενο της διασωλήνωσης. Με ειδικά φίλτρα, απομακρύνονται 2-3  λίτρα πλάσματος, κάθε δεύτερη ημέρα, για 5 συνήθως συνεδρίες. Η βελτίωση είναι άμεση και οφείλεται στην απομάκρυνση των παθολογικών αντισωμάτων.

δ) Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης έχει το ίδιο αποτελεσματική με την πλασμαφαίρεση στην μυασθενική κρίση. Το σύνηθες πρωτόκολλο είναι η ενδοφλέβια έγχυση,  0,4mg/Kg βάρους του ασθενή, για 5 διαδοχικές ημέρες.

ε) Η θυμεκτομή έχει ενδείξεις σε ασθενείς με γενικευμένη Βαρεία Μυασθένεια και κάτω των 55 ετών και σε κάθε ηλικία, αν υπάρχει θύμωμα ή υπερπλασία του αδένα. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και σε κάποιες περιπτώσεις επιτυγχάνεται πλήρης ύφεση.

Πλούτωνος 27 & Βασιλίσσης Όλγας 196, Ντεπώ Θεσσαλονίκης, Εντός Πολυϊατρείου Ίαση 2310488727, 6932450321, Φαξ: 2310488717
 This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ώρες Επισκεπτηρίου: Δευτέρα έως Παρασκευή 17:00 - 21:00, Πρωινές ώρες κατόπιν ραντεβού